RatingWidget

...ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ στη Σπάνια Μέλισσα!!! ...Στείλτε μας την Ερώτησή σας, το Άρθρο σας, το Βίντεο ή την Αγγελία σας και θα χαρούμε να τα δημοσιεύσουμε...
ΑΡΧΙΚΗ

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2016

(ΒΑΡΡΟΑ-2) Συμπτώματα προσβολής από ΒΑΡΡΟΑ. Τα 3 σημαντικά ΣΤΑΔΙΑ.

Τα αρχικά στάδια εγκατάστασης του παρασίτου σ’ ένα μελισσοκομείο συνήθως περνούν απαρατήρητα. Η βαρρόα δεν εγκαθίσταται ταυτόχρονα σε όλα τα μελίσσια ενός μελισσοκομείου, ούτε ο πληθυσμός της αυξάνεται με τους ίδιους ρυθμούς σε όλα τα μελίσσια, ενώ η ένταση της παθογόνου δράσης της διαφέρει. Το νόσημα εξελίσσεται αργά, μέσα σε διάστημα 2-5 χρόνων ή και περισσότερο. Η εκδήλωση των συμπτωμάτων ποικίλλει μεταξύ περιοχών, μεταξύ διαφορετικών μελισσοκομείων αλλά και μεταξύ διαφορετικών μελισσιών του ίδιου μελισσοκομείου και εξαρτάται από την ένταση της μόλυνσης και την περίοδο δραστηριότητας του μελισσιού. Γενικά, είναι δυνατό να διακρίνουμε τρία στάδια της εξέλιξης του νοσήματος.

Πρώτο στάδιο
Αντιστοιχεί στο αρχικό στάδιο εγκατάστασης του παρασίτου και χαρακτηρίζεται από την απουσία κλινικών συμπτωμάτων. Το ποσοστό μόλυνσης σε αυτό το στάδιο είναι πολύ χαμηλό, με αποτέλεσμα η αναγνώριση της παρουσίας βαρρόας επάνω στις ενήλικες μέλισσες ή μέσα στο γόνο να είναι δύσκολη ακόμα και μετά την εξέταση σημαντικού αριθμού δειγμάτων.

Δεύτερο στάδιο
Αντιστοιχεί στην εγκατάσταση μεγάλου αριθμού παρασίτων στο μελίσσι. Σε αυτό το στάδιο η προσεκτική εξέταση των ενήλικων μελισσών βεβαιώνει την παρουσία μελισσών με βαρρόες οι οποίες εντοπίζονται σε διαφορετικά σημεία του σώματος, λιγότερο ή περισσότερο ευδιάκριτα. Ο εντοπισμός των βαρροών βαθιά στα δακτυλίδια της κοιλίας ιδιαίτερα τους ψυχρούς μήνες, καθιστά πολλές φορές σχεδόν αδύνατη την ανεύρεση των βαρροών. Η μη ανεύρεση μελισσών με βαρρόα κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών, οδηγεί στην εσφαλμένη εντύπωση της ύπαρξης μειωμένου επιπέδου παρασιτισμού. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό σύμπτωμα στις ενήλικες μέλισσες είναι η ανεύρεση ατόμων με μορφολογικές ανωμαλίες μέσα στο μελίσσι, πάνω στις κηρήθρες ή μπροστά από την είσοδο του μελισσιού. Οι μέλισσες που έχουν τέτοιας μορφής ανωμαλίες είναι μικρόσωμες, μαύρες, με μειωμένη τριχοφυΐα και με πτέρυγες παραμορφωμένες και ζαρωμένες σε ποικίλο βαθμό. 
Ο γόνος εμφανίζεται διάσπαρτος σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό ανάλογα με την ένταση του παρασιτισμού, αλλά και με την περίοδο δραστηριότητας του μελισσιού. Ένας αριθμός από τα κελιά εμφανίζεται αποσφραγισμένος και μέσα σ’ αυτά διακρίνονται ολόκληρος ο αναπτυσσόμενος γόνος ή τα υπολείμματά του. Ο γόνος που αποσφραγίζεται εξαιτίας του παρασιτισμού από βαρρόα, απομακρύνεται από τις μέλισσες ολόκληρος ή κατά τμήματα. Φαινόμενα κανιβαλισμού Woyke (1977), οδηγούν τελικά στην εκκένωση του κελιού. Μέσα σε κελιά από τα οποία έχει πρόσφατα εκκολαφθεί γόνος τον οποίο παρασιτούσε βαρρόα, ανευρίσκονται προνυμφικά στάδια ή συγκεντρώσεις στερεών λευκών περιττωμάτων του ακάρεως. Τα παραπάνω συμπτώματα είναι περισσότερο εμφανή στα κηφηνοκελιά. Σύμφωνα με τον Guermant (1990), για να γίνουν εμφανή τα παραπάνω συμπτώματα, το ποσοστό μόλυνσης πρέπει να φτάσει το 10- 20%.

Τρίτο στάδιο
Χαρακτηρίζεται από την παρουσία μεγάλου αριθμού βαρροών. Τα συμπτώματα είναι εμφανή και γίνονται εύκολα αντιληπτά τόσο στις ενήλικες μέλισσες όσο και στο γόνο. Οι μέλισσες που φέρουν τα παράσιτα είναι ανήσυχες και συχνά προσπαθούν, με χαρακτηριστικές κινήσεις, να απαλλαγούν από αυτά. Η πτήση των μελισσών αυτών είναι δυσχερής, ιδιαίτερα όταν τα ακάρεα είναι προσκολλημένα κάτω από τις πτέρυγες. Ο αριθμός των μελισσών που φέρουν μορφολογικές ανωμαλίες γίνεται προοδευτικά μεγαλύτερος. Οι μέλισσες με τις ανωμαλίες αυτές, εντοπίζονται εύκολα στην περιοχή που εκκολάπτεται ο γόνος. Είναι ανίκανες να πετάξουν και είναι πιθανό να παρουσιάζουν δυσχέρεια και στην κίνηση. Συνήθως πέφτουν στον πυθμένα του κελιού ή σέρνονται μπροστά στην κυψέλη και τελικά πεθαίνουν. Τέτοιες μέλισσες βρίσκονται σε μεγάλους αριθμούς μπροστά από τις εισόδους των κυψελών. Ο γόνος εμφανίζεται έντονα διάσπαρτος με όψη μωσαϊκού, δίνοντας την εικόνα σηψιγονίας. Ανάμεσα σε σφραγισμένα κελιά υπάρχουν κελιά άδεια, ή με ασφράγιστο γόνο διαφορετικών σταδίων και ηλικιών. Υπάρχουν επίσης αποσφραγισμένα κελιά μέσα στα οποία διακρίνονται νεκρές νύμφες ή υπολείμματά τους. 
Σε δευτερογενείς μολύνσεις, ο αποσφραγισμένος γόνος βρίσκεται σε διάφορα στάδια αποσύνθεσης. Η σύστασή του δεν είναι κολλώδης και αποβάλλεται εύκολα από τα κελιά. Τα σφραγίσματα των κελιών είναι παραμορφωμένα, με καθιζήσεις και συχνά φέρουν σχισμές ή τρύπες όπως στην Αμερικάνικη σηψιγονία. Τα συμπτώματα στον κηφηνογόνο είναι περισσότερο έντονα, ενώ ο γόνος των βασιλισσών σπάνια προσβάλλεται και αυτό μόνο σε πολύ έντονες μολύνσεις σε μελίσσια με ελάχιστο ή καθόλου ασφράγιστο γόνο (Harizanis, 1991). Η παρουσία συμπτωμάτων, όπως αυτά που αναφέρθηκαν στο τρίτο στάδιο, υποδηλώνουν βαριά μόλυνση και δυσμενή εξέλιξη για το μελίσσι. Σε αυτά τα μελίσσια ο πληθυσμός μειώνεται σημαντικά, επιβραδύνοντας ακόμα περισσότερο το ρυθμό ανάπτυξής τους. Οι μέλισσες τις οποίες παρασιτούν ακάρεα, αλλά και οι υπόλοιπες που υφίστανται έμμεσα τις συνέπειες του έντονου παρασιτισμού, αδυνατούν να εκτελέσουν τις βασικές λειτουργίες για την ύπαρξη του μελισσιού. Οι νεαρής ηλικίας μέλισσες δε διατρέφονται σωστά, αν και καταναλώνουν τα υπάρχοντα αποθέματα γύρης και μελιού, όπως και δε διατρέφουν κανονικά τον αναπτυσσόμενο ασφράγιστο γόνο. Οι μέλισσες με τις μορφολογικές ανωμαλίες συνήθως είναι φορείς βαρροών, καταναλώνουν γύρη και μέλι χωρίς όμως να προσφέρουν τις απαραίτητες υπηρεσίες στο μελίσσι και συντελούν σημαντικά στην επιδείνωση της ασθένειας. Οι υπάρχουσες μεγάλης ηλικίας συλλέκτριες αδυνατούν να συλλέξουν τις απαιτούμενες ποσότητες γύρης και νέκταρος. 
Η διαδικασία παραγωγής μελιού, το οποίο είναι απαραίτητο για τη μελλοντική επιβίωση του μελισσιού, επιβραδύνεται. Σε σύντομο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός του μελισσιού αποτελείται από μερικές χιλιάδες εξασθενημένες μέλισσες οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν δίνουν την εικόνα οργανωμένης κοινωνίας ικανής να επιβιώσει μελλοντικά. Τα πολύ εξασθενημένα μελίσσια υφίστανται ευκολότερα δευτερογενείς μολύνσεις και μειώνεται η αμυντική τους ικανότητα προς τους παθογόνους μικροοργανισμούς. Μειώνεται επίσης η ικανότητα τους να διαφυλάξουν την κατοικία τους και τα αποθέματα τροφών τους με αποτέλεσμα να λεηλατούνται εύκολα, ιδιαίτερα προς τα τέλη του φθινοπώρου. Την περίοδο αυτή εμφανίζονται συνήθως οι συνέπειες από το μακροχρόνιο παρασιτισμό, με αποτέλεσμα να χάνονται τα έντονα μολυσμένα, από βαρρόα, μελίσσια. Όσα μολυσμένα μελίσσια καταφέρουν να επιβιώσουν το φθινόπωρο, χάνονται οριστικά στη διάρκεια του χειμώνα, πολλές φορές παρά τη επέμβαση του μελισσοκόμου η οποία άλλωστε, την περίοδο αυτή είναι ανεπιτυχής (Kokkinis & Liakos, 2004).